Σχολεῖον Ψαλτικῆς

Προβληματισμοί για τη σημερινή λειτουργική πραγματικότητα από τη σκοπιά του ιεροψάλτη

Εισήγηση του Κωνσταντίνου Μπουσδέκη στην ημερίδα που διοργάνωσε η Εστία Πατερικών Μελετών με τίτλο «Στον απόηχο της λειτουργικής ανανέωσης: αναταράξεις στη θεία λατρεία».
τρούλος παναγίας παναξιώτισσας

Το παρόν κείμενο αποτελεί εισήγηση του Κωνσταντίνου Μπουσδέκη, που εκφωνήθηκε στην ημερίδα που διοργάνωσε η Εστία Πατερικών Μελετών με τίτλο «Στον απόηχο της λειτουργικής ανανέωσης: αναταράξεις στη θεία λατρεία» και πραγματοποιήθηκε στο Πολεμικό Μουσείο στις 11 Ιουνίου 2023.

Από μικρής ηλικίας και εγώ αλλά και πολλοί από τους φίλους μου ψάλτες είχαμε την ευλογία να μας σπρώξει η πρόνοια του Θεού στο αναλόγιο. Μεγαλώσαμε και ανδρωθήκαμε πάνω στο στασίδι. Τριάντα χρόνια αδιάκοπης ενασχόλησης με την ψαλτική και κατ’ επέκταση με τις ιερές ακολουθίες, από μία θέση που τα βλέπει και τα ζει όλα από πολύ κοντά.

Τα χρόνια αυτά ασχοληθήκαμε και με τη διδασκαλία της ψαλτικής και μάλιστα επαγγελματικά, ιδρύοντας με τον παιδικό φίλο και συνεργάτη μου Κωνσταντίνο Φωτόπουλο το «Σχολείον Ψαλτικής» στο Μαρούσι.

Είναι πάρα πολύ συνηθισμένο το φαινόμενο, όταν έρχονται νέοι υποψήφιοι μαθητές της βυζαντινής μουσικής και αφού αρχίζουν να συμμετέχουν πιο τακτικά και από πιο νωρίς στις ακολουθίες, να μας εκμυστηρεύονται ότι νιώθουν σαν να μην ήξεραν σχεδόν τίποτα μέχρι τότε για αυτές. Τα μαθήματα της μουσικής σε συνδυασμό με την τακτικότερη συμμετοχή στις διάφορες ακολουθίες, τους αποκαλύπτουν έναν καινούριο κόσμο θα μπορούσαμε να πούμε. Αυτό συνήθως τους ενθουσιάζει και η συμμετοχή τους έκτοτε αποκτά μεγαλύτερο και ουσιαστικότερο ενδιαφέρον. Και μιλάμε για ανθρώπους που ήδη εκκλησιάζονται, πολλοί απ’ αυτούς μάλιστα για αρκετά χρόνια.

Το δεύτερο που συνήθως μας μεταφέρουν είναι πράγματα και καταστάσεις που δεν τους αρέσουν όταν βρίσκονται στο ναό, είτε αυτά αφορούν σε ανθρώπινες συμπεριφορές είτε σε άλλα προβλήματα που μπορεί να προκύπτουν από διάφορες αιτίες όπως, για παράδειγμα, η υψηλή ένταση των μικροφώνων.

Όλα αυτά που μας λένε και μας ερωτούν μάλλον ισχύουν και παρατηρώντας κι εμείς με τη σειρά μας λίγο πιο προσεκτικά όσα διαδραματίζονται, δεν μπορούμε παρά να κάνουμε τη σύγκριση με το λειτουργικό σκηνικό που έχουμε στο μυαλό μας, και που προκύπτει από όλα όσα έχουμε διαβάσει και διδαχθεί από τους μεγάλους Δασκάλους της τέχνης μας, αλλά και από όσα βιώσαμε και βιώνουμε ακόμα στις ακολουθίες του Αγίου Όρους.

Ποια είναι όμως τα στοιχεία αυτά που συνθέτουν αυτήν την ιδανική κατάσταση; Τήρηση των παραδόσεων, σεβασμός στην Τάξη και το Τυπικό, απουσία της προσωπικής γνώμης και άποψης στη Λατρεία. Κι όλα αυτά προκύπτουν από την αγάπη για την ακολουθία. Ή και αντίστροφα: η αγάπη για την ακολουθία έχει ως φυσικό επακόλουθο τον σεβασμό στην παράδοση. 

Οι ιερές ακολουθίες της Ορθοδόξου Εκκλησίας έχουν συγκεκριμένο τρόπο επιτέλεσης, που στη γλώσσα μας την ονομάζουμε «Τυπικό». Το Τυπικό ορίζει πώς πρέπει να γίνεται κάθε ακολουθία και μάλιστα με αρκετές διαδικαστικές λεπτομέρειες, δηλαδή όχι μόνο πόσους και ποιους ύμνους θα ψάλουμε ανάλογα με την περίσταση, αλλά και το πώς στέκεται ο ψάλτης ή ο ιερέας, πώς θυμιάζει ο διάκονος, πώς ευλογεί ο αρχιερέας, κτλ. Υπάρχει «Τάξη» σε ό,τι γίνεται! Υπάρχουν και πολλοί άγραφοι «κανόνες» που διατηρούνται ζωντανοί μέσω της προφορικής παραδόσεως αλλά και της αδιάκοπης τήρησής τους, για παράδειγμα μέσα σε ένα μοναστήρι.

Τόσο σημαντική θεωρούσε και θεωρεί η Εκκλησία την τήρηση αυτής της Τάξεως και του Τυπικού, που ανέθεσε σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο να επιμελείται της ορθής και απρόσκοπτης τήρησής του, ώστε να μην γίνονται αυθαιρεσίες. Το διακόνημα του Τυπικάρη ήταν και είναι από τα πιο σημαντικά και υπεύθυνα διακονήματα σε ένα μοναστήρι, αφού αυτός ορίζει τι θα ειπωθεί και από ποιον.

Ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Ροδοστόλου κ. Χρυσόστομος, απόφοιτος της Σχολής της Χάλκης, αγιορείτης μοναχός και Σχολάρχης της Αθωνιάδος, δεινός ψάλτης και μύστης των αγιορείτικων καλογερικών παραδόσεων, καταγράφει τα ακόλουθα σχετικά με το διακόνημα του Τυπικάρη:

«Ἀπό ἐκεῖνες τίς θέσεις θά διαπίστωναν […] τόν κυρίαρχο ρόλο καί τήν γενική ἐποπτεία τοῦ έπιβλητικοῦ καί μειλίχιου Τυπικάρη, τοῦ ὁποίου κάθε ὑπόδειξις καί κάθε νεῦμα ἦταν ἐντολή σεβαστή καί ἐκτελεστέα παραχρῆμα καί ἀπό αὐτούς ἀκόμη τούς λελευκασμένους Προϊσταμένους, πού ἴσως νά ἦταν καί ἀρχαιότεροί του σέ μοναχική κουρά καί διακονία στήν Μονή. Νόμος γιά ὅλους ἡ ἄποψίς του καί διαταγή ἡ ὑπόδειξίς του στούς διακονητάς τοῦ Καθολικοῦ, γιά τό πῶς καί πότε θά θυμιάσῃ ὁ ἐφημέριος, πῶς θά κρατάῃ τό θυμιατό καί ποιοί ἀκριβῶς θά εἶναι οἱ βηματισμοί , οἱ κινήσεις καί οἱ “σεβισμοί” πρό τῶν ἁγίων λειψάνων καί ἱερῶν εἰκόνων· γιά τό πῶς καί πότε θά κάνουν “σχῆμα” οἱ ἐκκλησιαστικοί, γιά ν’ ἀρχίσουν ν’ ἀνάβουν τούς πολυελαίους, καί πῶς πρέπει νά συμπεριφερθοῦν, ἄν κάποιο κανδήλι ἐνδιαμέσως σβήσῃ ἤ κάποιο κερί “λαμπαδιάσῃ” κι’ ἀρχίσει νά στάζῃ, ἤ ὁ φανός δέν καλοφέγγῃ.

Τῆς ἀμεσωτάτης ἐγκρίσεως καί παιδείας τοῦ [Τυπικάρη] θά ἦσαν καί ὁ διαβαστής καί ὁ κανονάρχης, διακονηταί μεγίστης σημασίας γιά τήν ἄνευ λαθῶν, καί μέ εὐάκουστη ἄρθρωσι καί ὀρθοφωνία, ἀνάγνωσι ὅλων τῶν κειμένων τῆς ἀκολουθίας καί γιά τήν ἐξ ἴσου προσεκτική καί περίπου ἐμμελῆ κανονάρχησι τῶν τροπαρίων καί τῶν δοξαστικῶν, ὥστε οἱ ψάλται ἀμφοτέρων τῶν χορῶν νά ψάλλουν τά μέλη καί τά τροπάρια ἐννοιολογικῶς καί χωρίς χασμωδίες, ἀρκούμενοι στήν ἀκρόασι καί μόνο τῶν κανοναρχουμένων καί μή βλέποντες σέ βιβλία, ὅπως σήμερα»[1].

Και πάλι από τον ίδιο Επίσκοπο διαβάζουμε: «Εἶναι τῆς μερίμνης καί τῆς ὑπευθυνότητος τῶν τυπικάρηδων στό Ὄρος νά ἐντοπίζουν τούς καλούς διαβαστάδες, γιατί θέλουν νά δώσουν τήν ἴδια, ὅση καί στά μουσικά, βαρύτητα στά διδακτικά καί ἐξηγητικά κείμενα, πού ἀναφέρονται στό νόημα τῆς ἑορτῆς καί τῆς πανηγύρεως»[2].

Και εννοείται ότι ο Τυπικάρης είναι αυτός που ορίζει και ποιος θα ψάλλει και ακριβώς ποιο κομμάτι.

Αλλά και στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, το κέντρο της εκκλησιαστικής μας μουσικής, στο οποίο πάντοτε διακονούσαν οι καλύτεροι ψάλτες και μουσικοί της εποχής τους, και εκεί υπάρχει ειδικό διακόνημα, όπου συγκεκριμένος κληρικός της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας είναι επιφορτισμένος με αυτόν τον ρόλο. Αυτός ονομάζεται «Μέγας Εκκλησιάρχης» και σύμφωνα με την προφορική μαρτυρία του Διονυσίου Γούτσε, πρωτοκανονάρχου στον πατριαρχικό ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι τη δεκαετία του ’60, «ὁ Μέγας Ἐκκλησιάρχης καθόταν σέ ἔνα ὑπερυψωμένο στασίδι στήν εἴσοδο τοῦ ναοῦ καί ἤλεγχε ὅλη τήν ἀκολουθία, καί στό τέλος καλούσε ἰδιαιτέρως τούς ἱερεῖς καί τούς ψάλτες καί τούς βοηθητικούς καί τούς ἔκανε παρατηρήσεις, ἄν κάπου εἴχαν ξεφύγει ἤ κάτι εἴχαν κάνει λάθος. Τό ἴδιο συνέβαινε καί μέ αὑτόν ἀκόμα τόν Πατριάρχη, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ ἐδέχετο τήν παρατήρηση τοῦ Μεγάλου Ἐκκλησιάρχη ἀπαντούσε “εὐχαριστῶ πολύ  Ἅγιε Ἐκκλησιάρχα, δέν θά ἐπαναληφθεῖ”»[3]! 

Πάντως και στις δύο περιπτώσεις -Κωνσταντινούπολη και Άγιον Όρος- ο Τυπικάρης έχει γαλουχηθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να συναισθάνεται την ευθύνη του διακονήματός του και να μην κάνει εκπτώσεις. Θεωρεί χρέος του να μπορέσει να διατηρηθεί αλώβητος ο λειτουργικός πλούτος των ακολουθιών μας, που προέκυψαν έπειτα από ζυμώσεις αιώνων. Και εάν χρειαστεί να γίνουν εκπτώσεις -«κατ’ οικονομίαν» όπως λέμε στην εκκλησιαστική ορολογία- τον Τυπικάρη εμπιστευόμαστε για να γίνει αυτό, γιατί αυτός γνωρίζει τα λεπτά όρια της «οικονομίας» από την αυθαιρεσία ή ακόμα και την ασυδοσία και αυτός μόνο ξέρει αν και πόσο «οικονομία» μπορεί να κάνει.

Γενικότερα η λογική της υπάρξεως του Τυπικάρη είναι ότι έχουμε βάλει κάποιον υπεύθυνο, ώστε να μην κάνει ο καθένας του κεφαλιού του. Είτε σχετικός είτε μη. Γιατί δηλαδή, οι μοναχοί στο Άγιον Όρος δεν είναι σχετικοί; γιατί να χρειάζονται κάποιον να τους ελέγχει; Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, ώστε να μην έχουμε κανενός είδους πρωτοβουλίες και αυθαιρεσίες στις ακολουθίες.

Οι ιερές μας ακολουθίες τα έχουν όλα, και η Εκκλησία μέσω του Τυπικού τα έχει ρυθμίσει τόσο ωραία ώστε οι ακολουθίες να κυλούν ευχάριστα και αβίαστα. Ψάλσιμο, ανάγνωση και δεήσεις  εναλλάσσονται, ώστε να υπάρχει «ξεκούραση» του αυτιού και να σπάει η μονοτονία. Αλλά και στα καθαυτά ψαλτικά μέρη έχουμε πολλές εναλλαγές. Τα τρία είδη μελοποιίας στα οποία κατατάσσουμε τους ύμνους μας, μας δείχνουν ακριβώς τον τρόπο με τον οποίο είναι μελοποιημένος ένας ύμνος. Μία βασική διαφορά των τριών αυτών ειδών μελοποιίας είναι η διάρκειά τους. Δηλαδή υπάρχουν τα σύντομα και τα πιο αργά μέλη. Αλλά και σε αυτά υπάρχει και ο παράγοντας “tempo”, δηλαδή η χρονική τους αγωγή. Μπορεί δηλαδή ένας ύμνος να είναι μελοποιημένος στο σύντομο, το ειρμολογικό είδος μελοποιίας, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το ψάλλουμε πάντοτε σε γοργή χρονική αγωγή. Είναι καθορισμένος ο τρόπος με τον οποίο ψάλλεται κάθε τι.

Στην εκκλησιαστική μουσική έχουμε επίσης την καθιέρωση της οκτωηχίας από τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, που θεωρείται και ο πατέρας της βυζαντινής μουσικής. Ποικιλία και εναλλαγή και σε αυτόν τον τομέα, ώστε να μπορούμε να εκφράζουμε καλύτερα τα νοήματα των ύμνων. Κάθε ήχος έχει το ήθος του, λένε οι πατέρες. Άλλος είναι για να εκφράζει τη χαρά, άλλος τη μετάνοια και τη συντριβή, άλλος είναι πιο παρακλητικός, άλλος μεγαλόπρεπος.

Να το χαρακτηριστικό επίγραμμα που παρατίθεται στο βιβλίο της Οκτωήχου, μετά το τέλος του β΄ ήχου:

«Κἄν δευτέραν εἴληφας ἐν τάξει θέσιν,

Ἀλλ’ἡδονὴ πρώτη σοὶ τῷ μελιῤῥύτῳ.

Τὸ σὸν μελιχρόν, καὶ γλυκύτατον μέλος

Ὀστά πιαίνει καρδίας τ’ ἐνηδύνει.

Σειρῆνες ᾖδον δευτέρου πάντως μέλη.

Οὕτω πράως σοι ῤεῖ μελισταγὲς μέλος»[4].

Επίσης υπάρχει Τάξη και για το ποιοι ψάλλουν. Έχουμε τους ψάλτες και τους αναγνώστες, που κανονικά θέλουν χειροθεσία και ανήκουν στον κατώτερο κλήρο. Λέει ο ΙΕ΄ Κανόνας της εν Λαοδικεία Τοπικής Συνόδου, που πραγματοποιήθηκε τον 4ο αιώνα: «Περὶ τοῦ μὴ δεῖν πλὴν τῶν κανονικῶν ψαλτῶν, τῶν ἐπὶ τὸν ἄμβωνα ἀναβαινόντων, καὶ ἀπὸ διφθέρας ψαλλόντων, ἑτέρους τινὰς ψάλλειν ἐν ἐκκλησίᾳ».  Θυμηθείτε και προηγουμένως τι λέγαμε για τον Τυπικάρη στο Άγιον Όρος, που έχει την ευθύνη αυτή. Στις ενορίες φυσικά δεν είναι τόσο εύκολο να γίνει αυτό, οπότε όρισε η Εκκλησία να έχει ο ναός καθορισμένους ψάλτες, που ψάλλουν από διφθέρας (και εδώ εννοεί να ξέρουν τι λένε, να είναι δόκιμοι ψάλτες κι όχι λύσεις ανάγκης). Επίσης λέει ο Κανόνας ότι μόνο αυτοί επιτρέπεται να ψάλλουν. Και σε αυτό υπάρχει Τάξη. Έχουμε τους ψάλτες, τους βοηθούς τους, που λέγονται «δομέστικοι», τους βοηθητικούς και τους κανονάρχες. Χορωδία κανονική δηλαδή. Και μέσα σε αυτήν τη χορωδία πάλι υπάρχει Τάξη. Άλλους ύμνους τους λέει ο πρώτος ψάλτης, άλλους ο δομέστικος, άλλους τους λένε όλοι μαζί. Σε άλλους κανοναρχούμε, σε άλλους όχι. Άλλους διαβάζει ο προεστώς, άλλους οι αναγνώστες. Όπως και στα ιερατικά. Άλλα τα λέει ο δεσπότης, άλλα ο παπάς κι άλλα ο διάκος.

Διαπιστώνουμε λοιπόν την αξία και τη σημασία της Τάξεως και του Τυπικού και πόσο σημαντικά είναι για την ομαλή ροή των ακολουθιών αλλά και την ευταξία και ευπρέπειά τους. Πολύ σημαντικό στην τήρηση όλων αυτών ήταν η γενικότερη αγάπη αλλά και γνώση που υπήρχε από τον κλήρο και το εκκλησίασμα για την ψαλτική και το Τυπικό. Μέχρι πριν τριάντα-σαράντα χρόνια οι περισσότεροι ιερείς έψαλλαν καλά, έστω και πρακτικά. Στην Κωνσταντινούπολη δε, είχαμε τη Σχολή της Χάλκης -φυτώριο ιερέων και αρχιερέων- που έβγαζε έτοιμους ψάλτες! Άρα κι αυτοί μάθαιναν να αγαπούν την ψαλτική και τις ακολουθίες και ήξεραν απ’ έξω όλες τις τυπικές διατάξεις και εξαιρέσεις. Συνέπεια όλων αυτών ήταν όλοι  να αγαπούν, να εκτιμούν και να σέβονται ιδιαιτέρως τους ψάλτες.

Ας ακούσουμε τον Επίσκοπο Κορυτσάς Ευλόγιο Κουριλά (1880-1961) να διηγείται την επίσκεψή του στο Οικουμενικό Πατριαρχείο το 1937: «ἦτο Κυριακή Δευτέρα τῶν νηστειῶν, καὶ ἀντικρύσαμεν τὸν Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην Βενιαμὶν τὸν Α΄, μετὰ τῆς σεμνῆς ἀκολουθίας τῶν ἀξιωματικῶν τῆς πατριαρχικῆς αὐλῆς εἰσερχόμενον εἰς τὸν ναόν ἵνα χοροστατήσῃ. Γλυκεῖα καὶ μεγαλοπρεπὴς ἀντήχησεν ἡ μελωδία τοῦ «εἰς πολλὰ ἔτη δέσποτα», ἐνῷ ἡ χαριτόβρυτος μορφὴ τοῦ Πατριάρχου προβάλλει. Ὁποία συγκίνησις εἰς ἡμᾶς προσατενίσαντας τὸ πρῶτον τὸν μάρτυρα οἰκουμενικὸν Πατριάρχην! Τὴν συγκίνησιν ταύτην ἑπέτεινεν ἡ κατανυκτικὴ βυζαντινὴ τῶν Καταβασιῶν ψαλμῳδία, ὑψιπετής, θεία, οὐρανία. Ἐπληρώθη ὁ ἀπέραντος χῶρος τοῦ Πατριαρχικοῦ ναοῦ, ἤχου καθαροῦ ἑορταζόντων καὶ ἀγγελικῆς μελῳδίας. Ὁποῖον δῶρον θεῖον ἀπώλεσαν οἱ τοῦ ἐλευθέρου κράτους Ἔλληνες ἀντεισαγαγόντες τὴν ξενόφωνον κοσμικὴν τετραφωνίαν. Καίτοι ὁ ἄρχων πρωτοψάλτης ὑπηρετεῖ ἐν τῷ πατριαρχικῷ ναῷ ὑπὲρ τὰ ἑξήκοντα ἔτη, ὁ ἐμπνευσμένος Ἰάκωβος Ναυπλιώτης, ὁ θεσπέσιος ἀοιδός, ὅταν ψάλλῃ λησμονεῖ ἑαυτόν, λησμονεῖ τὰ ἔτη αὑτοῦ, ἐνθουσιᾷ καὶ αἴρεται εἰς ὕψη οὐράνια, καὶ συναρπάζει τοὺς πάντας. Ὁποία ἀπόλαυσις νὰ ἀκούῃ τις τοιούτους ψάλτας»[5]! Ακούστε πως μιλάει ένας επίσκοπος για ένα ψάλτη… Πόσο συχνά το ακούμε αυτό στις μέρες μας;  

Αυτήν την κατάσταση στη λατρεία επιθυμούμε όλοι όσοι μεγαλώσαμε με τέτοια ακούσματα και πρότυπα. Όσοι έχουμε βιώσει αγιορείτικες αγρυπνίες και ακολουθίες. Όσοι προλάβαμε τις ακολουθίες πριν την εξέλιξη της τεχνολογίας και του σύγχρονου γρήγορου τρόπου ζωής -ειδικά των μεγαλουπόλεων-  και ακόμα πιο τυχεροί όσοι πρόλαβαν τις ακολουθίες ακόμα και πριν την ύπαρξη ηλεκτρικού ρεύματος! Τί μας διδάσκει η ορθόδοξη πίστη μας; την άσκηση. «Νηστεία, αγρυπνία, προσευχή»[6], όπως λέει και το γνωστό απολυτίκιο. Τώρα όλα τα θέλουμε εύκολα και σε τίποτα δεν αναπαυόμαστε.

Πώς είναι οι ακολουθίες σήμερα; Όπως και η καθημερινότητά μας. Τρέξιμο και εκπτώσεις σε όλα! Στις ακολουθίες αυτό μεταφράζεται: βιασύνη και «οικονομία»! Το μότο σήμερα είναι: Ο κόσμος βιάζεται! Ή μήπως βιαζόμαστε εμείς;

Ένα πράγμα που θαυμάζουν οι ξένοι ή οι νεοεισερχόμενοι από άλλη θρησκεία στην ορθόδοξη πίστη, είναι οι ακολουθίες μας. Ο μυσταγωγικός, μυστηριακός τρόπος επιτέλεσής τους, που παραπέμπει σε κάτι αρχαιοπρεπές. Η μεγάλη τους διάρκεια. Οι αγιογραφημένοι ναοί μας. Τα άμφια των ιερέων. Κατανύσσονται επίσης από την εκκλησιαστική μας μουσική, που παγκοσμίως θεωρείται ως κάτι το άπιαστο και υψηλό, αλλά εμείς δυστυχώς σε λίγο θα την εξαφανίσουμε τελείως.

Κανείς δεν νοιάζεται για τη διάρκεια των ακολουθιών, εκτός αν εκπαιδευτεί να βιάζεται! Σήμερα εκπαιδεύουμε πιστούς να βιάζονται και να βαριούνται στις ακολουθίες! Τα αίτια της παρά την ορθή Τάξη τελέσεως των ακολουθιών πρέπει να τα σκεφθούν πολύ σοβαρά οι αρμόδιοι, και η Εκκλησία θα πρέπει να μεριμνήσει και να βρει λύσεις προτού χαθεί τελείως η αυθεντική λειτουργική μας ζωή.

Από τη δική μας μικρή πείρα, σαν δάσκαλοι της μουσικής, βλέπουμε ότι στους νέους αρέσουν ιδιαιτέρως τα αργά μέλη, ειδικά όταν τα γνωρίζουν περισσότερο. Με αυτό συμφωνούν και οι μαρτυρίες των παλαιοτέρων, που στις ακολουθίες περίμεναν να ακούσουν συγκεκριμένα αργά κομμάτια. Πόσες και πόσες αναφορές όπου ο κόσμος συνέρρεε στους ναούς για ν’ ακούσει την «Κασσιανή» ή το «Ῥῆμα τυράννου» τη Μεγάλη Τρίτη ή το αργό «Τῇ ὑπερμάχῳ» της ακολουθίας των Χαιρετισμών.

Σήμερα λοιπόν τί ζούμε στις ακολουθίες μας;

Ζούμε μία κατάσταση στην οποία κυριαρχεί το «εγώ» του παπά και του ψάλτη. Επειδή δεν περάσαμε από αυτήν τη διαδικασία υπακοής, μάθησης, γνώσης και βιώματος, καταλαμβάνουμε μια θέση και αυτομάτως γινόμαστε παντογνώστες. Έχει χαθεί αυτός ο σεβασμός στην παράδοση, που επιφέρει την ευταξία και την ηρεμία στο ναό. Κι αν προσθέσεις τις ανθρώπινες αδυναμίες, καθώς και την κακή χρήση της τεχνολογίας κατά τη διάρκεια των ακολουθιών, συχνά έχουμε ένα αποτέλεσμα χαοτικό, που μόνο κατάνυξη και προσευχητικό κλίμα δεν επιφέρει.

Θα αναφέρουμε τώρα επιγραμματικά κάποιες από τις παρεκκλίσεις που παρατηρούνται σήμερα στους ναούς μας:

  • Η βιασύνη. Αυτή συνεπάγεται κόψιμο μεγάλου μέρους των ακολουθιών. Τελευταία μάλιστα ακούμε και περιπτώσεις που κόβεται ολόκληρος ο Όρθρος. Γενικότερα η βιασύνη μπορεί να μας προκαλέσει άγχος και ένταση κατά τη διάρκεια των ακολουθιών, με αποτέλεσμα πολλές φορές να υπάρχουν και άσχημες συμπεριφορές.
  • Kόψιμο του κανόνα, που είναι και η ραχοκοκαλιά του Όρθρου.
  • Κόψιμο των στιχολογιών και ειδικά στους Εσπερινούς, που δεν υπάρχει και θέμα ιδιαίτερης βιασύνης.
  • Κόψιμο των αργών δοξολογιών, ακόμα και σε χοραστασίες αρχιερέων.
  • Μετατροπή της πανηγύρεως των ναών από την πιο σημαντική και πανηγυρική ημέρα του έτους στην πιο σύντομη και βιαστική.
  • Σύντμηση της Νεκρωσίμου Ακολουθίας και του Μυστηρίου του Γάμου, ειδικά όταν δεν πρόκειται για γνωστό μας.
  • Μετάθεση της θέσεως του κηρύγματος από εκεί που προβλέπεται -δηλαδή μετά το ευαγγέλιο- στη θέση του Κοινωνικού.
  • Κόψιμο του κοινωνικού και αντικατάστασή του με οτιδήποτε άλλο αρέσκεται ο ιερέας ή ο ψάλτης. Δηλαδή, κήρυγμα, ανακοινώσεις, Θεία Μετάληψη ή άσχετους με τη στιγμή ψαλμούς και τραγουδάκια, όπως ο εξωλατρευτικός ύμνος του Αγίου Νεκταρίου «Ἁγνὴ Παρθένε Δέσποινα», που δυστυχώς προβάλλουν κατά κόρον όλοι οι εκκλησιαστικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί και εκπομπές.
  • Κόψιμο του Χερουβικού, που από δεκαπεντάλεπτο έγινε δωδεκάλεπτο, μετά δεκάλεπτο, οκτάλεπτο, εξάλεπτο και πλέον είμαστε συνήθως στο τετράλεπτο.
  • Απλή ανάγνωση του Ευαγγελίου αντί για την παραδεδομένη εμμελή απαγγελία του, με αποτέλεσμα θεατρινίστικη και συναισθηματική απαγγελία.
  • Κάθε είδους ανακοινώσεις σε τελείως ακατάλληλες στιγμές, διακόπτοντας τη Θεία Λειτουργία.
  • Χτύπημα της καμπάνας σε στιγμές που δεν προβλέπεται.
  • Τέλεση αρτοκλασιών και μνημοσύνων σε μη προβλεπόμενες ακολουθίες ή σε μη προβλεπόμενες στιγμές της ακολουθίας.
  • Μετάθεση της εξόδου του Τιμίου Σταυρού ή των Ιερών Εικόνων την Κυριακή της Ορθοδοξίας στο τέλος της ακολουθίας από την προβλεπόμενη θέση τους.
  • Μνημόνευση αγίων που δεν προβλέπονται από το Τυπικό στο «Σῶσον ὁ Θεός τὸν λαόν σου» ή στην απόλυση της Θείας Λειτουργίας και ψάλσιμο πολλών απολυτικίων μετά τη μικρή είσοδο, πέραν των προβλεπομένων.
  • Καθιέρωση Όρθρου εορταζομένου αγίου σε απλές καθημερινές, βάζοντας καταβασίες και δοξολογία, καθώς και εισαγωγή νέων ειδικών απολυτικίων των αγίων, στη θέση των καθιερωμένων προβλεπόμενων απολυτικίων της εβδομάδος.
  • Καθιέρωση νυχτερινών ακολουθιών, που μετονομάζονται σε αγρυπνίες.
  • Μείωση της διάρκειας των αγρυπνιών.
  • Τέλεση δύο θείων λειτουργιών την ίδια μέρα.
  • Εισαγωγή τοπικών παραδόσεων ή νέων ακολουθιών στη λατρεία, όπως Εγκώμια και Επιτάφιος της Παναγίας, μέχρι και ευλογητάρια διαφόρων αγίων.
  • Όσον αφορά στις εκφωνήσεις των ιερέων έχει χαθεί το μέτρο. Καθένας επιλέγει να εκφωνήσει το ευαγγέλιο ή τις αιτήσεις όπως νομίζει, σε όποιο ήχο θέλει, σε όποια βάση θέλει και με όποιον τρόπο θέλει.
  • Άλλο ένα μεγάλο πρόβλημα που υφίσταται τα τελευταία χρόνια είναι αυτό των νέων υμνογράφων και των νέων ακολουθιών, που στη συντριπτική τους πλειοψηφία δεν είναι κατάλληλες για τη λατρεία, αφού συνήθως παραθεωρούνται βασικά δομικά και μετρικά στοιχεία των ύμνων – ποιημάτων. Το θέμα αξίζει ιδιαίτερης μερίμνης από την επίσημη Εκκλησία.
  • Τέλος, έχει αρχίσει και εξαπλώνεται το φαινόμενο της γυναικείας ψαλμωδίας στους ναούς και μάλιστα πολλές φορές μαζί με άνδρες ψάλτες, σε μεικτούς χορούς, πράγμα το οποίο -πέραν ότι είναι εκτός της παραδόσεώς μας- ακόμα και από μουσικής πλευράς δημιουργεί αρκετά προβλήματα.

Φυσικά υπάρχουν και αρκετά άλλα θέματα στα οποία υπάρχουν αλλαγές αλλά δεν θα ασχοληθούμε καθόλου με αυτά. Μάλιστα αυτά είναι ακόμα πιο σημαντικά, γιατί αγγίζουν πιο θεολογικά και ευαίσθητα θέματα, αλλά θεωρούμε ότι όλα αυτά έχουν ως γενικότερη αιτία την κακή λειτουργική μας εκπαίδευση.

Δυστυχώς όμως κι εμείς οι ψάλτες έχουμε χάσει τον δρόμο μας. Είναι κι αυτό ένα όντως υπαρκτό και μεγάλο πρόβλημα. Παλαιότερα για να γίνεις ψάλτης καθόσουν για χρόνια στο πλάι του δασκάλου στο ψαλτήρι, όπου -πέραν της μουσικής εκπαίδευσης- διαμόρφωνες το χαρακτήρα σου, την αισθητική σου, μάθαινες το σεβασμό σε όλα αυτά τα πράγματα. Δεν πλησίαζες στο ψαλτήρι αν δεν ήσουν έτοιμος. Υπήρχε μουσική επιτροπή που όριζε ποια βιβλία μπορούν να εκδοθούν και ποια όχι ώστε να μην νοθευτεί το ρεπερτόριο με μουσικές συνθέσεις εκτός του εκκλησιαστικού ύφους. Υπήρχε μουσικοκριτική στους ψάλτες από τον κλήρο, το εκκλησίασμα, ακόμα κι από τις εφημερίδες. Σήμερα καθένας από εμάς δικαιούται να ψάλει ό,τι θέλει κι όπως το θέλει. Αλλάζουμε τους ήχους των καθιερωμένων σταθερών μελών, επιλέγουμε ακατάλληλες μελοποιήσεις, ψάλλουμε επιδεικτικά ή τραγουδιστικά, φοράμε πολύχρωμα εντυπωσιακά ράσα, πιάνουμε υψηλούς τόνους, είμαστε συχνά αδιάβαστοι και ανέτοιμοι.

Κι αυτό ξεκινά από την εκπαίδευση. Εύκολα κάποιος παίρνει ένα πτυχίο βυζαντινής μουσικής (το οποίο συχνά δεν αξίζει) κι έτσι αυτόματα διεκδικεί και μία θέση στο αναλόγιο. Αυτός ο άπειρος και ανέτοιμος ψάλτης θα ανεβεί στο αναλόγιο και θα πρέπει να υπηρετήσει με συνέπεια όλα αυτά που προαναφέραμε, συν την τεράστια ψαλτική παράδοση μιας χιλιετίας. Δεν είναι τόσο απλό, απλά ανεβαίνεις και ψάλλεις… Και για τον λόγο αυτό, επειδή εμείς οι ίδιοι οι ψάλτες δεν δίνουμε την απαιτούμενη σημασία στο να σπουδάσουμε και να υπηρετήσουμε σωστά την τέχνη και το λειτούργημά μας, για τον λόγο αυτό πέφτει αντίστοιχα και το γενικότερο ψαλτικό επίπεδο. Έχουμε τεράστια ευθύνη όσοι διδάσκουμε την εκκλησιαστική μουσική να μεταλαμπαδεύσουμε όλη αυτήν την ψαλτική παράδοση στους μαθητές μας. Είναι βίωμα και τρόπος ζωής, που δεν χωνεύεται εύκολα με ένα τυπικό ωδειακό μάθημα. «Θέλει πολλὰς ὑπομονάς, θέλει πολλὰς ἡμέρας» όπως λέει και το γνωστό ποιηματάκι σε έναν παλιό κώδικα ψαλτικής. Και βέβαια όλα αυτά τα ξέρουμε οι δάσκαλοι της ψαλτικής, αλλά τελικά τα εφαρμόζουμε; Όλοι τα λέμε, αλλά για τους άλλους…

Να μιλήσουμε τώρα και για τα προβλήματα που προκαλεί η κακή χρήση της τεχνολογίας;

  • Μικρόφωνα.

Έχουμε πει αρκετές φορές και σε φίλους μας ιερείς να κάνουν το εξής πείραμα. Να πάνε σε έναν ναό ως απλοί εκκλησιαζόμενοι, να καθίσουν στις θέσεις των πιστών και να παρακολουθήσουν την ακολουθία από την αρχή μέχρι το τέλος. Τότε θα καταλάβουμε γιατί ο κόσμος πολλές φορές δεν αντέχει τις ακολουθίες. Ένα από τα σημαντικότερα παράπονα του κόσμου είναι ότι φωνάζουμε μέσα στο μικρόφωνο. Η ένταση των μικροφώνων συνήθως είναι υψηλή και ο τρόπος με τον οποίο χειριζόμαστε τα μικρόφωνα επίσης δεν είναι σωστός. Ακόμα και επαγγελματίες μουσικοί οργανοπαίκτες, όταν παίζουν σε μία εκδήλωση δεν ρυθμίζουν μόνοι τους τα μικρόφωνα αλλά έχουν ηχολήπτη που τα ελέγχει.

Επίσης παρατηρείται το φαινόμενο οι ιερείς να διαβάζουν χαμηλόφωνα ή και πιο δυνατά τις ευχές, κολλώντας όμως το στόμα τους στο μικρόφωνο. Αυτό προκαλεί χασμωδία και δυσκολεύει την κατανόηση των ψαλλομένων εκ μέρους των πιστών[7].

  • Ηλεκτρικά φώτα και πολυέλεοι.

Σε ένα μοναστήρι δεν υπάρχουν φώτα. Καντήλια και κεριά μόνο, που και αυτά κατά την Τάξη ανάβουν όποτε και για όσο πρέπει. Πολύ σημαντικό για την ησυχία και την ευταξία του ναού καθώς και για την επιδιωκόμενη κατάνυξη. Τώρα βέβαια έχουμε το ηλεκτρικό ρεύμα, αλλά θα μπορούσαμε έστω να προσπαθούμε να ανάβουμε τα φώτα στα σημεία που πρέπει. Επίσης θα μπορούσαμε να προσπαθούμε να έχουμε σχετικά χαμηλό φωτισμό.

  • Ηλεκτρικές καμπάνες που χτυπούν μηχανικά, χωρίς φυσικότητα και ζωντάνια. Επίσης είναι της μόδας να «παίζουν» απολυτίκια, κάλαντα και διάφορες άλλες ακαλαίσθητες γραφικότητες. Τα παίζουν μάλιστα και φάλτσα! Αλλά ποιος νοιάζεται; Με την ηλεκτρική καμπάνα χάθηκε και η χαρά των παιδιών, που συναγωνίζονταν ποιος θα την πρωτοχτυπήσει.
  • Κλιματιστικά και απορροφητήρες μανουαλίων, που προκαλούν έναν συνεχή ενοχλητικό βόμβο.
  • Ηλεκτρονικοί ισοκράτες.

Παρά τη διπλή απαγόρευση της Ιεράς Συνόδου[8], όλο και αυξάνεται ο αριθμός των ψαλτών που τους χρησιμοποιούν. Δεν αντιδρά σχεδόν κανείς σε αυτόν τον επίσης ακαλαίσθητο βόμβο, ο οποίος πέραν ότι αντιβαίνει στους κανόνες της Εκκλησίας, που επιτρέπουν μόνο τη χρήση της ανθρώπινης φωνής στις ακολουθίες, παίζει και καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση ενός καινούριου ψαλτικού στιλ και ύφους, που αλλάζει την ψαλτική προς το χειρότερο. Δυστυχώς έχουν πέσει στην παγίδα ακόμα και καλοί και άξιοι ψάλτες.

  • Χρήση «τάμπλετ» και κινητών τηλεφώνων από ψάλτες και ιερείς. Σε αυτήν την περίπτωση στην ίδια εγκύκλιο του 2019 η Ιερά Σύνοδος έγραψε να γίνεται «λελογισμένη καί μετά φειδοῦς χρῆσις»[9]. Δυστυχώς κι αυτό το πρόβλημα έχει όλο και μεγαλύτερη διάδοση. Πέρα από το ότι η χρήση τους είναι επικίνδυνη από πολλές απόψεις, αρχίζει να υπάρχει πρόβλημα στην εκμάθηση του Τυπικού, αφού οι ψάλτες πλέον έχουν όλη την ακολουθία έτοιμη σε ένα αρχείο. Τελευταία αρχίζουν να τα χρησιμοποιούν και οι πιστοί, στους οποίους φυσικά ελλοχεύουν οι ίδιοι κίνδυνοι.

Γενικότερα η χρήση κινητών τηλεφώνων μέσα στους ναούς έχει αρχίσει να γίνεται ανεξέλεγκτη. Βλέπουμε τους ανθρώπους στον ναό να κοιτάνε συνέχεια στο κινητό τους, άλλοι να φωτογραφίζουν, άλλοι να μιλάνε κανονικά στο τηλέφωνο, άλλοι να απαντάνε σε μηνύματα, άλλοι να παρακολουθούν ή και να ποστάρουν στα social media.

  • Live μεταδόσεις των ιερών ακολουθιών και φωτογραφική κάλυψή τους.

Τη δεκαετία του ‘90 στο Άγιον Όρος ηχογραφούσαμε τους παλιούς ψάλτες με ένα κασετοφωνάκι, το οποίο και κρύβαμε γιατί αν το έβλεπαν οι καλόγεροι συνήθως μας έκαναν παρατήρηση. Ακόμα και φωτογραφίες ήταν δύσκολο να τραβήξεις και σίγουρα αν το έκανες δεν το έκανες εύκολα, κι άκουγες και την κατσάδα σου. Γενικά ήταν πολύ δύσκολο να κινηθείς μέσα στο ναό, ειδικά οι λαϊκοί ή όσοι δεν είχαν κάποια δουλειά. Σιγά σιγά άρχισε να χαλαρώνει κι αυτό και να συνηθίζεται. Με τα κινητά έγινε ακόμα πιο εύκολο. Ήρθαν και τα εκκλησιαστικά πρακτορεία με τα εκκλησιαστικά ρεπορτάζ και το θέμα πλέον έχει «ξεχειλώσει» τελείως. Τουλάχιστον εμείς ηχογραφούσαμε καλλιτεχνικά μνημεία που θα μείνουν στην ιστορία. Με ποια λογική μπαίνει η κάμερα στο ιερό και γιατί χρειάζονται εκατό και διακόσιες φωτογραφίες από την ίδια ακολουθία, όταν θα αρκούσαν έστω δέκα ενδεικτικές, που οι καλοί φωτογράφοι θα μπορούσαν με διακριτικότητα και σεμνότητα να τραβήξουν;

Οι δε ψάλτες το έχουμε παρακάνει με τα βίντεο που τραβάμε την ώρα που ψάλλουμε. Τουλάχιστον ας γίνει διακριτικά, ας βάλουμε κάπου μια σταθερή κάμερα κι ας την παρατήσουμε εκεί.

Να μιλήσουμε και για τα προβλήματα που σχετίζονται με τις ανθρώπινες συμπεριφορές; Ιερέων, ψαλτών, επιτρόπων, νεωκόρων και γενικότερα όσων διακονούν σε ένα ναό; Αυτά δεν είμαστε αρμόδιοι να τα σχολιάσουμε αλλά δεν θα πρέπει να αφήνουν αδιάφορη την επίσημη Εκκλησία, καθότι πολύ συχνά γινόμαστε αφορμή να σκανδαλίζεται ο κόσμος και να απομακρύνεται απ’ τις εκκλησίες.

Ίσως υπερβάλαμε λίγο στην προσπάθειά μας να αναφέρουμε όσο περισσότερα μπορούμε. Σίγουρα δεν υπάρχουν πάντα όλα τα προβλήματα μαζεμένα σε μία ενορία και σίγουρα υπάρχουν αρκετές ενορίες με φιλακόλουθους ιερείς και ψάλτες, που κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν.

Ταπεινώς φρονούμε ότι σε γενικές γραμμές χρειαζόμαστε κατήχηση στα βασικά. Ακολουθία και πάλι ακολουθία. Αυτή είναι η εκπαίδευσή μας. Οι ακολουθίες. Το καλύτερο για όλους μας θα ήταν αν μπορούσαμε να περάσουμε κάποια διαστήματα σε μοναστήρια, όπου οι ακολουθίες τελούνται σωστά και χωρίς πίεση χρόνου, ώστε να μπούμε στο κλίμα και στο νόημα. Ειδικά δε για τους υποψήφιους ιερείς και ψάλτες το θεωρούμε απαραίτητο!

Η ενασχόληση με την εκκλησιαστική μας μουσική είναι επίσης μια δοκιμασμένη μέθοδος εκπαίδευσης, ευχάριστη, ποιοτική και με σίγουρα αποτελέσματα.

Δυστυχώς, για να εκφράσουμε και το παράπονό μας, υπάρχει υποτίμηση του ψάλτη. Αυτό φαίνεται από τον τρόπο που αντιμετωπιζόμαστε συνήθως από τους ιερείς, ως υπάλληλοι και όχι ως συνεργάτες. Επίσης φαίνεται από τους πενιχρούς μισθούς των ψαλτών. Γενικότερα ο ιεροψαλτικός κόσμος νιώθει υποτιμημένος και πολύ συχνά γίνεται αποδέκτης απαράδεκτων συμπεριφορών.

Η ενορία είναι ο τόπος εκπαίδευσης και διαπαιδαγώγησης του ποιμνίου. Πρέπει να αναρωτηθούμε τί εισπράττει τελικά ο πιστός που έρχεται για να εκκλησιαστεί και κατά πόσον ωφελείται. Ο παπάς κι ο ψάλτης ρυθμίζουν την ακολουθία και έχουν μεγάλη ευθύνη για το κλίμα που επικρατεί μέσα στον ναό. Θα πρέπει μεταξύ τους να υπάρχει σύμπνοια και αλληλοσεβασμός. Και φυσικά σεβασμός στην παράδοση.

Ευχόμαστε η Εκκλησία να ακούσει την κραυγή αγωνίας μας και εν Πνεύματι Αγίω να σκύψει πατρικά πάνω από τα σοβαρά λειτουργικά μας προβλήματα.


[1] Ἐπισκόπου Ροδοστόλου Χρυσοστόμου, Γράμματα καί Ἄρματα στόν Ἄθωνα, Ἅγιον Ὄρος, 2000, σ. 51.

[2] Ἐπισκόπου Ροδοστόλου Χρυσοστόμου, Γράμματα καί Ἄρματα στόν Ἄθωνα, Ἅγιον Ὄρος, 2000, σ. 239.

[3] Περιληπτική μεταφορά των λεγομένων του Διονυσίου Γούτσε από τη Διαδικτυακή εκπομπή του Σχολείου Ψαλτικής «Απορίες ψάλτου 2, Μέρος Β΄», https://www.youtube.com/watch?v=jQWaFEzo_RQ.

[4] (Ελεύθερη μετάφραση: «Παρότι έρχεσαι δεύτερος στη σειρά, είσαι πρώτος στην ευχαρίστηση. Η γλυκειά -σαν το μέλι- μελωδία σου ενισχύει – τονώνει τα οστά και ευαρεστεί τις καρδιές μας. Σίγουρα οι σειρήνες τραγουδούσαν μέλη δευτέρου ήχου. Με τόση πραότητα ρέει το μελισταγές μέλος του δευτέρου ήχου»).

[5] Κορυτσᾶς Εὐλογίου, Ἐντυπώσεις ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, 1937.

[6] Γενικό οσιακό απολυτίκιο «τῆς ἐρήμου πολίτης».

[7] Εδώ να συμπληρώσω και ένα επιχείρημα υπέρ της μυστικής ανάγνωσης των ευχών. Πώς θα ακούγονταν οι ευχές στον κόσμο αφού δεν υπήρχαν μικρόφωνα; θα κάλυπτε ο ιερέας με τη φωνή του μέσα από το ιερό τη φωνή του ψάλτη ή της χορωδίας; Η λειτουργική παράδοση μας έχει δείξει ότι ούτε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο αλλά ούτε και στο Άγιον Όρος γινόταν αυτό. Οι ιερείς δεν περίμεναν τον ψάλτη να τελειώσει ώστε να αναγνώσουν μετά -έστω και χαμηλόφωνα- τις ευχές. Τότε, γιατί στη Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου μελοποιήθηκαν και ψάλλονται αιώνες τώρα τα αργά «λειτουργικά», ώστε να καλύψουν το χρόνο που απαιτεί η ανάγνωση των ευχών από τον ιερέα; αν ήταν να ακουστούν δυνατά, δεν θα υπήρχε ανάγκη αργής μελοποίησης των «λειτουργικών» αυτών (τα οποία φυσικά είναι και ήδη συντετμημένα σε σχέση με τα πρωτότυπα). Και μάλιστα σε μια εποχή που τα «λειτουργικά» στη Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου δεν ψάλλονταν ποτέ. Λέγονταν «χύμα».

[8] 1992, 2019.

[9] https://www.ecclesia.gr/greek/holysynod/egyklioi.asp?id=2495&what_sub=egyklioi

Email
Facebook
WhatsApp
VK
Print